Το αυστηρό νομικό πλαίσιο των δύο Οδηγιών (Οδηγία για τα πουλιά και Οδηγία για τα είδη και τους οικοτόπους) που αποτελούν τη βάση του έχει εμποδίσει την καταστροφή αναντικατάστατων φυσικών περιοχών και έχει επιβάλει βιώσιμες πρακτικές. Η Κοινοτική χρηματοδότηση έχει παίξει καθοριστικό ρόλο για την προστασία κάποιων από τα πλέον απειλούμενα είδη μας.
Υπάρχει πρόοδος και για την προστασία των θαλάσσιων και εσωτερικών υδάτινων οικοσυστημάτων με την εφαρμογή της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ «Για τη Θέσπιση Πλαισίου Κοινοτικής Δράσης στον Τομέα της Πολιτικής των Υδάτων» (Οδηγία Πλαίσιο για το Νερό) και την υιοθέτηση της νέας Οδηγίας Θαλάσσιας Στρατηγικής. Αειφορικές πρακτικές βρίσκονται ήδη σε ευρεία χρήση στον αγροτικό τομέα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεξεργάζεται τις επιλογές για μια στρατηγική που θα αντιμετωπίσει την αυξανόμενη απειλή από την εισβολή ξενικών ειδών. Γίνονται επίσης προσπάθειες για τη μείωση των επιπτώσεων των προτύπων παραγωγής και κατανάλωσης στη βιοποικιλότητα, εντός και εκτός ΕΕ. Έτσι, το Σχέδιο Δράσης για τη Βιώσιμη Κατανάλωση και παραγωγή στοχεύει στην τιθάσευση των δυνάμεων της εσωτερικής αγοράς, ενώ το Σχέδιο Δράσης για Επιβολή της Δασικής Νομοθεσίας και για το Εμπόριο Ξυλείας επιδιώκει να σταματήσει τη διάβρωση του φυσικού κεφαλαίου.
Παρά όμως τα επιτεύγματα, υπάρχουν ακόμα πολλά προβλήματα.
Το χερσαίο τμήμα του δικτύου Natura 2000 επρόκειτο να ολοκληρωθεί το 2010 και το θαλάσσιο το 2012. Κανένα δεν θα ολοκληρωθεί εγκαίρως.
Υπήρξαν καθυστερήσεις και δυσκολίες στην εφαρμογή πολλών μέτρων για την προστασία και διατήρηση της φύσης που οφείλονται, σε μεγάλο βαθμό, στην ανεπάρκεια των πόρων που διατέθηκαν. Υπολογίζεται ότι τώρα καλύπτεται μόνο το 20% του συνόλου των αναγκών για τη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών στην Ευρώπη. Η εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης προβάλει ως το μεγαλύτερο πρόβλημα. Τα κράτη-μέλη, θα πρέπει να αξιοποιήσουν συστηματικότερα τις δυνατότητες χρηματοδότησης γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων που παρέχει η πολιτική αγροτικής ανάπτυξης, ιδιαίτερα όσα διαθέτουν μεγάλες εκτάσεις γεωργικής γης πλούσιας σε βιοποικιλότητα και περιοχές «υψηλής φυσικής αξίας».
Υπάρχουν ελλείμματα στην ασκούμενη πολιτική και τη νομοθεσία για την προστασία των εδαφών, για τα χωροκατακτητικά είδη και για τις υπηρεσίες που προσφέρουν τα οικοσυστήματα. Οι τελευταίες δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθούν μόνο με μέτρα διατήρησης της βιοποικιλότητας, η καλή κατάσταση των ενδιαιτημάτων και η διατήρηση ειδών είναι βασικοί παράγοντες, υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι, καθώς πολλές από τις υπηρεσίες αυτές παρέχονται εκτός προστατευόμενων περιοχών.
Υπάρχουν ακόμα πολύ μεγάλα κενά στις γνώσεις μας για είδη και οικοτόπους, τόσο σε επίπεδο κρατών-μελών, όσο και Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και παγκοσμίως. Παρατηρήθηκε μεγάλη ανομοιομορφία στις εκθέσεις που υπέβαλαν τα κράτη-μέλη σύμφωνα με τις Οδηγίες για τα πουλιά και τα ενδιαιτήματα, όπως και στα μέτρα παρακολούθησης της βιοποικιλότητας.
Η ενσωμάτωση των σχετικών με τη βιοποικιλότητα προβληματισμών σε άλλους τομείς πολιτικής παραμένει ελλιπής. Έτσι, συχνά λαμβάνονται αλληλοσυγκρουόμενα, ή και επιζήμια μέτρα. Παράδειγμα η υποχρεωτική συμμετοχή των βιοκαυσίμων σε ποσοστό 10% στις μεταφορές που προβλέπει η Οδηγία για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η οποία αποδείχθηκε ότι επιτείνει την έμμεση αλλαγή χρήσεων γης και την παγκόσμια αποδάσωση.
Συχνά αγνοούνται τα οφέλη που προσφέρουν τα ανθεκτικά οικοσυστήματα. Για τη διατήρηση των οικοσυστημικών υπηρεσιών είναι απαραίτητη η προώθηση γεωργικών και δασοκομικών συστημάτων που διατηρούν την αξία της φύσης στο πλαίσιο της κοινής αγροτικής πολιτικής. Επιβάλλεται επίσης η αντιμετώπιση κατά προτεραιότητα των τεράστιων προβλημάτων στον τομέα της αλιευτικής πολιτικής. Απαιτείται ακόμη ευρύτερη ευαισθητοποίηση των πολιτών για τις συνέπειες της απώλειας βιοποικιλότητας στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των διαφόρων δραστηριοτήτων, καθώς και των οικονομικών οφελών που προσφέρουν τα υγιή οικοσυστήματα.
Η βιοποικιλότητα είναι κατανεμημένη ανομοιόμορφα και εξελίσσεται διαφορετικά στις διάφορες περιφέρειες. Άνιση είναι και η κατανομή του βάρους της αντιμετώπισης του προβλήματος, γι’ αυτό και απαιτούνται διαφοροποιημένα μέσα άσκησης πολιτικής. Πέρα από την εφαρμογή των αρχών «ο ρυπαίνων πληρώνει» και «πλήρης ανάκτηση του κόστους», ήδη κατοχυρωμένων στην περιβαλλοντική νομοθεσία, η ισοτιμία προϋποθέτει ότι εκείνοι που ωφελούνται από τις οικοσυστημικές υπηρεσίες πρέπει να ανταμείβουν τους κατόχους των εκτάσεων που παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές.
Ήδη βρίσκεται σε επεξεργασία νέο μακροπρόθεσμο σχέδιο για τη βιοποικιλότητα. Το νέο «όραμα» πρέπει να περιλαμβάνει σαφές χρονοδιάγραμμα (με ορίζοντα πλέον το 2050) και να είναι ανάλογο με τον επείγοντα χαρακτήρα της κρίσης της βιοποικιλότητας. Πρέπει να είναι κατανοητό και αποδεκτό από το ευρύ κοινό μα, πάνω από όλα, υλοποιήσιμο.
Το πρώτο βήμα είναι ο καθορισμός στόχων για το 2020, έτος που θεωρείται καταληκτικό για την επιτυχή μετάβαση από το «όραμα» στην πραγματικότητα και έχει τεθεί ως χρονικός ορίζοντας και για άλλες, αλληλένδετες πολιτικές της Ένωσης.
Φαίνεται πως μία ακόμα δεκαετία είναι το ελάχιστο διάστημα που χρειάζεται για το σχεδιασμό, την υλοποίηση και την αξιολόγηση νέων μέτρων για την προστασία της βιοποικιλότητας. Δυστυχώς τα κριτήρια καθορισμού του στόχου είναι αντιστρόφως ανάλογα? ένας λιγότερο αυστηρός στόχος έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να επιτευχθεί, αλλά μικρότερες πιθανότητες να αναχαιτίσει τις απώλειες πριν φτάσουν σε μη αναστρέψιμο σημείο.
Αυτή τη στιγμή περιγράφονται τέσσερις επιλογές, με διαφορετικά οφέλη και κόστος. Όλες απαιτούν την επεξεργασία και εφαρμογή αυστηρών μέτρων και μέσων άσκησης πολιτικής, με υπόβαθρο μια κοινή βασική γραμμή βασισμένη στην ισχύουσα περιβαλλοντική νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κατά βαθμό «φιλοδοξίας» και δυσκολίας αυτές είναι:
Προσπάθεια για σημαντική μείωση του ρυθμού απώλειας βιοποικιλότητας και οικοσυστημικών υπηρεσιών. Αυτό, φυσικά, θα σήμαινε την πολύ οδυνηρή πολιτικά αποδοχή πως η ανάσχεση της απώλειας βιοποικιλότητας είναι ανέφικτη στο ορατό μέλλον και ότι το καλύτερο που μπορούμε να περιμένουμε είναι η επιβράδυνσή της, δίνοντας περισσότερο χρόνο εφαρμογής των μέτρων που ήδη ισχύουν.
Προσπάθεια για ανάσχεση της απώλειας βιοποικιλότητας και οικοσυστημικών υπηρεσιών. Με αυτή την επιλογή διατηρείται ο στόχος του 2010, απλά δίνεται περισσότερος χρόνος ελπίζοντας ότι θα επιτευχθεί.
Προσπάθεια για ανάσχεση της απώλειας βιοποικιλότητας και οικοσυστημικών υπηρεσιών και αποκατάσταση αυτών στο μέτρο του δυνατού. Εδώ παρατείνεται η προθεσμία για την υλοποίηση του τρέχοντος στόχου και διευρύνεται το πεδίο του, ώστε να συμπεριλάβει την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων που δεν είναι πλέον σε θέση να παρέχουν τις αναγκαίες υπηρεσίες.
Προσπάθεια για ανάσχεση της απώλειας βιοποικιλότητας και οικοσυστημικών υπηρεσιών, αποκατάσταση αυτών στο μέτρο του δυνατού και αύξηση της συνεισφοράς της Ένωσης στην αποτροπή της απώλειας βιοποικιλότητας παγκοσμίως. Η επιλογή αυτή έχει μεγαλύτερη εμβέλεια από την προηγούμενη, καθώς αναγνωρίζει ότι τα μέτρα αντιμετώπισης μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν αρκούν για να αποφευχθούν οι σοβαρές συνέπειες της παγκόσμιας κρίσης της βιοποικιλότητας. Για ένα τόσο φιλόδοξο στόχο θα χρειαστούν επιπλέον αυστηρά μέτρα για αλλαγή των καταναλωτικών προτύπων μας, που έχουν επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα άλλων περιοχών του πλανήτη, και ενίσχυση των προσπαθειών για την προστασία της βιοποικιλότητας σε άλλες χώρες.
Σε μια πρόσφατη έκθεσή του το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος (European Environmental Bureau) επισημαίνει ότι ο στόχος που θα τεθεί θα πρέπει να περιλαμβάνει την επάνοδο του οικολογικού αποτυπώματος της ΕΕ στο επίπεδο του 2000 (αυτή τη στιγμή εκτιμάται 2,5 φορές μεγαλύτερο από το βιολογικό δυναμικό της Ευρώπης). Η Ένωση θα πρέπει επίσης να προσδιορίσει το μέγεθος των επενδύσεων που θα απαιτηθούν για την προστασία της βιοποικιλότητας και να εξασφαλίσει τους μηχανισμούς χρηματοδότησης με μετατροπή των επιζήμιων πλέον γεωργικών, αλιευτικών, κ.λπ. επιδοτήσεων σε ένα σύστημα κάλυψης του κόστους των οκοσυστημικών υπηρεσιών.
Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της απώλειας βιοποικιλότητας αποδείχθηκε ότι δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί ενδελεχή και τεκμηριωμένη γνώση για τα είδη και τους οικοτόπους και ολοκληρωμένη προσέγγιση, με αποδοτικές –ως προς το κόστος τους– παρεμβάσεις, εστιασμένες για κάθε είδος πίεσης, υπερεκμετάλλευση πόρων, αλλαγές χρήσεων γης, χωροκατακτητικά είδη, ρύπανση και κλιματική αλλαγή.
Πρέπει να ληφθούν και να εφαρμοστούν μέτρα σε διεθνές, ευρωπαϊκό, εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Οι ως τώρα εξελίξεις δείχνουν ξεκάθαρα ότι θα χρειαστεί να βρεθούν δίκαιες λύσεις προσαρμοσμένες σε κάθε συγκεκριμένη κατάσταση, μέσα σε ένα αποτελεσματικό πλαίσιο διακυβέρνησης με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων και την αποδοχή και στήριξη των πολιτών.
Μένει να δούμε αν όλα αυτά μπορούν να υλοποιηθούν.
του Νίκου Πέτρου
πηγή: http://www.eepf.gr/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου