Νωρίς το πρωί, ξύπνησα ευδιάθετος και είπα να φτιάξω το καφέ μου και να τον πιω με την πρωινή δροσούλα στον κήπο μου. (Για τη συντήρηση του οποίου αφιερώνονται πολλές ώρες, ημερησίως).
Να απολαύσω λοιπόν, γουλιά -γουλιά το πρωινό μου καφεδάκι, καθήμενος στη σκιά της ελιάς, της λεύκης και της ποϊνσιάνας (φλόγα του δάσους). Και είναι ωραίο και απολαυστικό να πίνεις το καφεδάκι σου μέσα στη γαλήνη του πρωινού, κάτω από τα δέντρα και ένα δροσερό αεράκι να περιλούει ευχάριστα τα μέλη του σώματός σου.
Κάθισα λοιπόν, στο πετρόκτιστο πεζούλι, έκλεισα τα μάτια μου για να αυτοσυγκεντρωθώ καλύτερα στην ηδονή του καφέ μου και ήπια την πρώτη γουλιά. Ανοίγοντάς τα μάτια μου διέκρινα κάποιους σωρούς φύλλων που έπρεπε να μαζευτούν πριν ξημερώσει και ο αέρας τα σκορπίσει ξανά εδώ και εκεί. Πάραυτα, σηκώνομαι και αρχίζω το μάζεμα. Κατά το τέλος του μαζέματος όμως, διακρίνω τη δάφνη μου να έχει κάποια στίγματα στα φύλλα της. Τρέχω και ετοιμάζω τον ψεκαστήρα. Την στιγμή που ήμουνα έτοιμος να την ψεκάσω, διακρίνω ότι τα φύλλα της θέλουν πρώτα πλύσιμο με νερό. Τρέχω και λειτουργώ το πηγάδι για να χρησιμοποιήσω το νερό. Την πλένω. Την αφήνω να στεγνώσει. Διακρίνω όμως τις κορυφές της ελιάς ότι έχουν πρόβλημα. Αρχίζω να ψεκάζω την ελιά.
Όταν τέλειωσα και με αυτή τη δραστηριότητα, -το ψέκασμα της ελιάς- διέκρινα τον καφέ μου να χάσκει «ορφανός» κάτω από την ψεκασμένη ελιά. Ψεκάστηκε και αυτός από τις σταγόνες του φυτοφαρμάκου που έπεφταν κάτω. …Έριξα τελικά το καφεδάκι μου στη λεκάνη της ελιάς και η πρωινή δροσιά είχε ήδη φύγει… και η προσδοκία της απόλαυσης τού καφέ ήταν …απάτη.
Η σκέψη που έκανα να πιω το καφεδάκι μου με την πρωινή δροσούλα, μέσα στον κήπο ΜΟΥ, στο σπίτι ΜΟΥ, πήγε περίπατο… Και άρχισαν οι προβληματισμοί μου…
«…Το να έχει κάποιος κάτι ολότελα δικό του, είναι όντως ωραίο; Αποτελεί τούτο προϋπόθεση πραγματικής ευτυχίας; Ή σκλαβώνεται μόνιμα στο …δικό του, χωρίς να το αντιλαμβάνεται; Ιδού λοιπόν τα ερώτημα. Κάποιοι πρωινοί προβληματισμοί, αντί του πρωινού καφέ. Στο καθήκον και στην υποχρέωση συντήρησης του ΔΙΚΟΥ ΜΟΥ κήπου, ξέχασα να πιω τον καφέ μου και να απολαύσω τα καλά τής …κτήσης μου.»
Η φυσιολογική πορεία των ανθρώπων είναι να επιδιώκουν να αποκτήσουν κάτι το δικό τους. Σπίτι, κήπο, αυτοκίνητα, οικόπεδα, περιβόλι, φούρνο, εξοχικό, κότερο και πάει λέγοντας… Επικρατεί δυστυχώς αυτή η άποψη: Για να νιώσει κάποιος ελεύθερος και να έχει την αίσθηση της ιδιοκτησίας (περιουσίας) πρέπει να γίνει κτήτορας (απόλυτος ιδιοκτήτης) πολλών πραγμάτων. (;)
Η μεγάλη κτήση όμως είναι και μεγάλη σκλαβιά. Κάποιος φίλος μου αποκάλεσε τα «ιδιόκτητα» σαν «βαρίδια, άγκυρες» που σε κρατούνε δεμένο. Επομένως δεμένος και ελεύθερος είναι δύο πράγματα διαφορετικά.
Για κοιτάξτε λοιπόν, πώς από ένα «ψεκασμένο» καφεδάκι, που χύθηκε αναξιοποίητο στη ρίζα μιας ελιάς, ξεπετάχτηκαν χίλια δυο ερωτήματα; Ερωτήματα που είναι σχετικά με το αίσθημα της ιδιοκτησίας και με τον άχαρο και αδόκιμο τρόπο που διάγουμε μέσα σ΄ αυτήν την ανεπανάληπτη, για τον καθένα, ζωή.
Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι καφεδάκι μπορείς να πάρεις οπουδήποτε, σε οποιονδήποτε χώρο -που δεν είναι δικός σου- και να νιώσεις καλύτερα από ότι θα ένιωθες όταν θα το έπινες στον δικό σου κήπο. Το «δικό σου» δεν είναι πάντα προϋπόθεση πραγματικής απόλαυσης. Μάλλον βαρίδιο του σώματος και της ψυχής.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου