Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

«ΛΥΚΟΣΥΡΜΕΣ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥ»


του Ηλία Λεφούση*
 
Είχε διασχίσει την τερφή και σκοτεινή λαγκαδιά του «Κοκκινόβραχου» και άμα πήρε την κατηφόρα κατά τα λακκώματα, κατά τις λυκοσυρμές του «Ψυχικού» πήρε πάλι να χτυπάει η καρδιά του. Κατέβηκε την πλαγιά και όταν έφτασε στο λάκκο, σταμάτησε τη φοράδα και αφουγκράστηκε το νερό, που έτρεχε μέσα στις ασπρόπετρες και τα νεροφαγώματα, τις πλαγιές, που σκαπέταγαν από τις δυο μεριές, την αγριωπή ησυχία της νύχτας. Και ύστερα άκουσε πάλι τους χτύπους της καρδιάς του. Από τους λάκκους, τα παλιοχώραφα και τα πνιγερά γελαδολείβαδα, ανέβαινε η αχλύς του ψύχους και από πάνου κρέμονταν μια ξαστεριά που έψηνε φίδια. «Κρυώνω!...» είπε. Στάθηκε ακόμα λίγο και τότε ένοιωσε να κατακάθεται μέσα στην πηχτή ερημιά. Σε τρία χιλιόμετρα και περισσότερο μακρυά, κατάντικρυ απ’ τη χιονισμένη ράχη φαινόταν να λιποθυμάει μια τσομπάνικη φωτιά και του φάνηκε πως άκουγε γαυγίσματα σκύλων… Αλλά η παρουσία αυτή ήταν τόσο μακρυνή. «Φοβάμαι!...» είπε. Και τότε ένοιωσε το ρίγος του τρόμου να καλπάζει στα πλευρά του. Πέρασαν πάλι λίγες στιγμές και τότε σκέφτηκε να τραγουδήσει. Η ιδέα αυτή τον ανεθάρρυνε. Και πήρε να πει ένα τραγούδι, αλλά η φωνή του κόπηκε, σταμάτησε, έσβησε. Το κύμα του σκότους τον τύλιξε πάλι. Μάλιστα ύστερα ένοιωσε μεγαλύτερο φόβο. Και τότε του ήρθε να μπήξει τα κλάματα. Αλλά ούτε κι’ αυτό έκαμε. Έφερε μόνο το χέρι στο σημείο του σταυρού. «Θα πεθάνω απ’ το φόβο μου!...» είπε.

Είχε προχωρήσει λίγο και σταμάτησε πάλι. Στην απέναντι πλαγιά, στο μονοπάτι, που άσπριζε κάτω απ’ την αστροφεγγιά του φάνηκε πως μια σκιά κινείται. Είχε καρφωθεί πάνω στη φοράδα και η προσοχή του είχε απορροφηθή απ’ την απέναντι σκιά. «Φαίνεται πως από δω θα κατέβει!...». Αλλά πάλι είχε πλανηθεί. Οι πέτρες, τα πουρνάρια, οι ίσκιοι, όλα του φαίνονταν λύκοι, που έρχονταν ίσα απάνω του. Σε λίγο θα περνούσε τη λάκα στο «Ψυχικό», το λυκότοπο. Η σκέψη αυτή πέρασε σαν ριπή πάνω του. Ένας ανήφορος είναι μπροστά, ύστερα ένα ίσωμα, ένα νεροφάγωμα πιο πέρα και πιο κει το «Ψυχικό», ο αγριότοπος των λύκων. Όλα μπορούσε να τα υποφέρει: τον ανήφορο, το ίσωμα, το νεροφάγωμα, αλλά η σκέψη του πάγωνε στο πέρασμα του «Ψυχικού». «Θα κάνω ένα τάμα στον Άγιο Παντελεήμονα!...» είπε. Την άλλη φορά, που είχα χάσει την Πόπη (τη φοράδα) σκέφτηκε, είχα τάξει σαράντα μετάνοιες στον Άγιο Πσντελεήμονα και αμέσως τη βρήκα. Αλλά σε λίγο είχε παγώσει πάλι γιατί κάποιος θόρυβος είχε ακουστεί στο δεξιό «καψάλι». Και τότε του ήρθε να γυρίσει πίσω. Είχε φάει τον πιο πολύ δρόμο. Και τότε θυμήθηκε τη μητέρα και το σπίτι. «Με περιμένουν, με περιμένουν τόσο πολύ!...» σκέφτηκε. Η απελπισία τον είχε περονιάσει μέχρι τις πατούσες των ποδιών του. Και ύστερα θυμήθηκε τον παππού…

**
         Πήρε μια βαθειά και παραπονιάρικη αναπνοή. Είχε τώρα φτάσει στο ίσωμα που λασπίζει και πριν πάρει την τελευταία ανηφοριά κατά το «Ψυχικό», ξαναθυμήθηκε τον παππού Καραπαναϊώτη, που είχε σφάξει το λύκο με τη χατζάρα την παραμονή των Χριστουγέννων του 19… Και τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση. Ξεπεζεύει, σφίγγει την ίγγλα της φοράδας και ξανασαλτάρει απάνου.

Τώρα ήταν καβάλλα στη φοράδα, με την πατατούκα περασμένη στις πλάτες, το κορμί από μέσα τσιλίκι, τη μέση σφηνωμένη στο ζωνάρι, τα πόδια χωμένα στα ζυγγιά, το μάτι μαύρο κορόμηλο ίσια μπροστά και το ξανθό τσουλούφι (ξανθό σαν γένι καλαμποκιάς) πεσμένο πάνω στο δεξιό φρύδι. Βάδιζε μέσα στη σκληρή, τη στιφή και άσπλαχνη νύχτα και τα πέταλα της φοράδας του πέταγαν σπίθες πάνω στις τσακμακόπετρες του δρόμου. Στην κορυφή της ανηφοριάς, που από κει και πέρα απλώνονταν η λάκκα και τα λακκώματα του «Ψυχικού», του λυκότοπου, ο Ρέγγας, (αυτό ήταν το παρατσούκλι του), έπεσε μπρούμυτα, πάνω στο σαμάρι της φοράδας, σφίχτηκε για καλά και τη σπιρούνιασε. «Ώωπα» είπε. Η φοράδα που βάδιζε με σκληρό και σταθερό βήμα, αλαφιάστηκε και χύθηκε μπροστά. Αλλά μόλις πήρε τον κατήφορο σταμάτησε απότομα, κάρφωσε τα πόδια της στο χώμα, στύλωσε τ’ αυτιά της, άρχισε να ποδαρίζει και να φρουμάζει. Ο Ρέγγας πάγωσε και με τρόμο περιέφερε τα μάτια του στις γύρω πλαγιές και τα λακκώματα, που λιποθυμούσαν απ’ τη σιωπή. Και τότε τους είδε: τους είδε στο απέναντι «καψάλι», στο μονοπάτι που τραβάει κατά τη στοιχειωμένη λάκκα του «Ψυχικού». Βάδιζαν ο ένας ύστερα από τον άλλο και κάθε τόσο σταματούσαν, σήκωναν τη μουτσούδα ψηλά και μύριζαν τον αέρα…

Ο Ρέγγας με δόντια που χτυπούσαν απ’ τον τρόμο, στάθηκε για λίγο και κύτταξε τους λύκους. Βάδιζαν πάντα ο ένας κατόπιν του άλλου, μέσα στο μονοπάτι, που φάνταζε κάτω απ’ την ξαστεριά και κάθε τόσο σήκωναν τα κεφάλια κατά τον ουρανό σα να μύριζαν τον αέρα. « Και τώρα τι κάνουν!...» είπε το παιδί. Η φοράδα είχε τσιτωμένα τ’ αυτιά και με γουρλωμένα μάτια κύτταγε τα θεριά. Ο Ρέγγας την κρατούσε σφιχτά, αλλά η φοράδα έδειχνε μεγάλη δυσφορία, και σε μια στιγμή φρόμαξε και η φωνή της ακούστηκε στην απέναντι πλαγιά. Έπρεπε να κρατάει σφιχτά το καπίστρι και να παρακολουθεί με τα τρομαγμένα μάτια του τους λύκους, που τώρα είχαν χαθεί πίσω απ’ το μονοπάτι που κατεβαίνει στη λάκκα.

Και τότε θυμήθηκε πάλι τον παππού, που είχε σφάξει το λύκο με τη χατζάρα. «Ας δώσω μια να περάσω τη λάκκα πριν προφτάσουν και βγουν», είπε. Και πριν το καλοσκεφτεί, η φοράδα είχε γίνει καπνός. Αλλά μόλις μπήκε στη λάκκα του «Ψυχικού» είδε μέσα στη μέση τους λύκους να περνούν ο ένας κατόπιν του άλλου, πάντα. Η φοράδα έξαλλη από το φόβο της έκαμε σαν παλαβή και ύστερα ρίχτηκε πάλι μπροστά σαν αέρας κατά τα «Φιλιάτικα».

Με το πρόγκιγμα της φοράδας, ο Ρέγγας, δεν μπόρεσε να κρατηθή και γκρεμίστηκε στην άκρη του χωραφιού. Στη λάμψη των τρομοκρατημένων ματιών του, είδε τους λύκους να παίρνουν το κατόπι τη φοράδα κατά τα νεροφαγώματα και μέσα στη δίνη του άκουγε τους θρήνους της φοράδας που την κυνηγούσαν οι λύκοι. Κάθησε λίγη ώρα εκεί, τυλιγμένος μέσα στην πατατούκα του και όταν συνήλθε έρριξε μια ματιά στη λάκκα. Ήταν εντελώς έρημη κάτω απ’ τη χριστουγεννιάτικη ξαστεριά. Σύρθηκε πιο πέρα και καταχωνιάστηκε μέσα στα πουρνάρια και έτσι που ήταν τρυπωμένος άκουγε τους χτύπους της καρδιάς του μέσα στο στήθος του. Όλος ο τόπος γύρω και πιο πέρα η λάκκα του «Ψυχικού» ήταν βυθισμένα στη σιωπή. Χαμηλά κατά τα «Γαύρα» άκουσε το τελευταίο χρεμέτισμα της φοράδας.

Σκέφτηκε σαν πόσο θα μπορούσε να καθήση ακόμα εκεί. «Αν – σκέφτηκε – οι λύκοι δεν έχουν σχίσει τη φοράδα, η φοράδα θα πάει στο σπίτι και η μητέρα θα πονηρεφτεί!...»
 
**
           Η φοράδα πήγε στο σπίτι. Μια βαθειά δαγκωσιά είχε στο καπούλι και έτρεχε αίμα. Μόλις το ζώο έφτασε στην αυλή του σπιτιού άρχισε να χτυπάει τα ποδάρια στις πλάκες και όλη η φαμελιά σηκώθηκε. Και τότε είδαν, ότι ο Ρέγγας έλειπε. Η μητέρα άρχισε να σκούζει. Αλλά ο Φασόλος, ο Πρίγκος και ο Δίφραγγος, τα μικρότερα αδέλφια του Ρέγγα πονηρεύτηκαν αμέσως. Ο ένας πήρε το δίκκανο του πατέρα, που ήταν στην Αλβανία, ο άλλος πήρε το τσεκούρι, ο άλλος την κλαδευτήρα, ζώστηκαν τ’ άρματα και πήραν το δρόμο. Αλλά πριν περάσουν το ρέμμα απ’ απέναντι ακούστηκε ένα σφύριγμα. «Αυτό το σφύριγμα είναι του Ρέγγα», είπαν με μια φωνή και οι τρεις…
 
        **
       Τώρα κάθεται όλη η οικογένεια γύρω στο τζάκι και ο Ρέγγας διηγείται τη νυχτερινή περιπέτεια… Η μητέρα ακούει, αναστενάζει και κλαίει.
– Έπρεπε να είχες τη χατζάρα του παππού, είπε ο Φασόλος.
– Τι χατζάρα, λέει ο Δίφραγγος, έπρεπε να είμαι από καμμιά μεριά με το δίκκανο του πατέρα, να τους κουμπουριάσω!...
         Η συζήτηση είχε τραβήξει και η νύχτα είχε βαθύνει. Η μητέρα ταχτοποίησε τα ψώνια που είχε φέρει από την πόλη ο Ρέγγας και ύστερα όλη η φαμελιά στρώθηκε στο φαῒ: βραστές πατάτες, ψωμί φρέσκο, ελιές και κρομμύδια. Και όταν τελείωσε κι’ αυτή η δουλειά, η ώρα είχε φτάσει 12, ήταν μεσάνυχτα. Ώρα που γεννιέται ο Χριστός, ο φίλος των φτωχών, ο σωτήρας του κόσμου!...

Βόλος 1969

πηγή: naturahellas.blogspot.gr/

  * Ο Ηλίας Λεφούσης υπήρξε συγγραφέας πεζογράφος της νεότερης γενεάς της νεοελληνικής πεζογραφίας. Γεννήθηκε στην Κερασιά του νομού Μαγνησίας το 1926. Έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στην πόλη του Βόλου. Το "Λυκοσυρμές τα Χριστού" αποτελεί ένα από τα είκοσι διηγήματα του βιβλίου 'Το μικρό ιππικό", βιβλίο που εκδόθηκε το 1975  (Για επί πλέον πληροφορίες μπορείτε να συνεχίσετε στο σύνδεσμο http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%9B%CE%B5%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B7%CF%82).

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου