Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Ιστορικές, οικολογικές και φυτογεωγραφικές πτυχές της βιοποικιλότητας της χλωρίδας στην Ανατολική Θεσσαλία

 
 
Από την εισήγηση του Τόμας Ράους* στην Ημερίδα για την Προστασία και τη Διατήρηση της Βιοιποικιλότητας της περιοχής ευθύνης του Φορέα Κάρλας

(*Ανώτερος Επιμελητής του Βοτανικού κήπου και Βοτανικού Μουσείου Ντάλεμ του Βερολίνου, Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, Γερμανία)
 
Η περιοχή της Ανατολικής Θεσσαλίας στην Ανατολική Κεντρική Ελλάδα περιλαμβάνει μερικές από τις πυκνότερα δασωμένες περιοχές της χώρας και συγκεκριμένα τους ορεινούς όγκους της Όσσας, του Μαυροβουνίου και του Πηλίου, εκτείνεται από την κοιλάδα των Τεμπών στα βορειοδυτικά μέχρι το άκρο της χερσονήσου της Μαγνησίας απέναντι από την Εύβοια στα νοτιοανατολικά, ενώ στο εσωτερικό της βρίσκεται η πεδιάδα της λίμνης Κάρλας και οι περιβάλλοντες αυτή λόφοι.
 
Το έντονο ανάγλυφο εντός μικρών αποστάσεων μεταξύ του επιπέδου της θάλασσας και των κορυφών της Όσσας (1978 μ.) και του Πηλίου (1551 μ.) και η κλιματική ποικιλότητα μεταξύ της ανατολικής πλευράς που βρέχεται από το Αιγαίο πέλαγος και της δυτικής ηπειρωτικής πλαγιάς δημιουργούν μια πλούσια οικολογική ποικιλότητα διαφόρων υψομετρικών ζωνών βλάστησης. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από μεσογειακό κλίμα με υγρούς χειμώνες, θερμή και ξηρή θερινή περίοδο τριών με πέντε μηνών και κάλυψη χιονιού στις κορυφές των βουνών για πέντε περίπου μήνες το χρόνο. Στις προσήνεμες πλαγιές προς το Αιγαίο πέλαγος, η άφθονη διαθεσιμότητα υδατικών πόρων ευνοεί πυκνά δάση σκληρών πλατύφυλλων ή φυλλοβόλων από την ακτογραμμή έως τις κορυφές των βουνών, ενώ στην υπήνεμη και θερμή κατά το θέρος δυτική πλαγιά των ορεινών όγκων κυριαρχούν δάση κωνοφόρων, αν και κυρίως παρατηρούνται ημιαειθαλλείς θαμνώδεις εκτάσεις (ψευδομακία) αποτέλεσμα της μακροχρόνιας υπερβόσκησης. Η γεωλογική ποικιλότητα του υποστρώματος, π.χ. μια ανάμειξη ασβεστολιθικών (ασβεστόλιθοι, μάρμαρα) και μη ασβεστολιθικών (μαρμαρυγιακών σχιστολίθων και κροκαλοπαγών) πετρωμάτων έχουν ως αποτέλεσμα μεγάλη ποικιλομορφία εδαφικών και υδρολογικών ενδιαιτημάτων για φυτά και ζώα.
 
 
Οι φυσικές αυτές συνθήκες έχουν ως αποτέλεσμα την ύπαρξη έξι διαφορετικών υψομετρικών ζωνών βλάστησης:
 
· Θερμότερη και ξηρότερη ζώνη αείφυλλων πλατυφύλλων (Ζώνη Oleo-Ceratonion με σχίνο, ελιά, χαρουπιά).
· Υγρότερη ζώνη αείφυλλων πλατυφύλλων (Ευμεσογειακή ζώνη βλάστησης - Quercion ilicis με αριά, κουμαριά, χαλέπιο και τραχεία πεύκη, κυπαρισσιού και βαλανιδιάς).
· Ψυχρότερη ζώνη αείφυλλων πλατύφυλλων (Ζώνη Ostryo-Carpinion orientalis της οστριάς και του γαύρου, με αείφυλλα πλατύφυλλα όπως το πουρνάρι, το αειθαλές σφενδάμι μαζί με χαλέπιο πεύκη και κυπαρίσσια).
· Θερμόφιλα δρυοδάση της Αν. Μεσογείου και της Βαλκανικής (Ζώνη πλατύφυλλης δρυός -Quercion frainetto).
· Ζώνη μεσόφιλης και ψυχρόβιας βλάστησης (Fagus-Abies ζώνη με κυρίαρχα είδη την οξιά και την ελάτη).
· Εξωδασική ζώνη υψηλών ορέων (Ζώνη των ορεινών μεσογειακών υποαλπικών λιβαδιών Daphno-Festucetalia ζώνη).
 
Σύμφωνα με τους Dimopoulos & al. (2013) η ανατολική Θεσσαλία (συμπεριλαμβανομένου και του όρους Όθρυς) σχηματίζει μια ιδιαίτερη περιοχή χλωρίδας που φιλοξενεί 2087 είδη αγγειοσπέρμων και φτερών και επιπλέον 73 υποείδη τα οποία ανήκουν σε 144 οικογένειες και 713 γένη. Μερικά από αυτά είναι ενδημικά και περιορίζονται στην Ανατολική Θεσσαλία όπως τα Campanula incurva, C. pelia, Centaurea ossaea, Soldanella chrysosticta subsp. pelia, Verbascum aphentulium και Viola rausii.
 
Η συγκριτικά πλούσια βιοποικιλότητα της χλωρίδας της Ανατολικής Θεσσαλίας οφείλεται στη στενή φυτογεωγραφική γειτνίασή της αφενός με την ενδοχώρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η οποία επεκτείνεται μέχρι την Κεντρική Ευρώπη και αφετέρου με την Αιγαιακή περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου η οποία εφάπτεται στην Νοτιοδυτική Ασία με αποτέλεσμα την παρουσία στους ίδιους οικοτόπους μεσογειακών, βαλκανικών-υπομεσογειακών –υποηπειρωτικών, ευροσιβηρκών και αρκτικών στοιχείων χλωρίδας. Η περιοχή αποτελεί το νοτιότερο άκρο εξάπλωσης ειδών χλωρίδας βορειότερων περιοχών όπως τα Aegopodium podagraria, Allium ursinum, Carpinus betulus, Lamium galeobdolon, Milium effusum, Orthilia secunda και Prenanthes purpurea. Στο όρος Πήλιο και τη χερσόνησο της Μαγνησίας οι τοπικοί πληθυσμοί του αρκτικού είδους Vaccinium myrtillus (μύρτιλο) και του θερμομεσογειακού Euphorbia dendroides (γαλατσίδα) συνυπάρχουν σε μια εντυπωσιακά μικρή απόσταση των 30 χιλιομέτρων περίπου. Η ιστορία της μελέτης της χλωρίδας της Ανατολικής Θεσσαλίας ξεκίνησε το 1883 με την αναφορά επιστημονικής αποστολής στο όρος Πήλιο με επικεφαλής το βοτανολόγο Theodor von Heldreich, απεσταλμένο του βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα. Στη συνέχεια οι γάλλοι βοτανολόγοι R. Maire και M. Petitmengin συγκέντρωσαν αρκετές πληροφορίες για τη χλωρίδα της περιοχής στις αποστολές τους το 1904 και το 1906. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ο προερχόμενος από το Βερολίνο βοτανολόγος J. Mattfeld έκανε τις πρώτες μελέτες της βλάστησης της περιοχής (1925,1927) παράλληλα με τον αθηναίο δασολόγο Π. Κοντό (1929). Σημαντική ήταν και η συνεισφορά στη γνώση της χλωρίδας της περιοχής του Ελβετού βοτανολόγου G. Beauverd από τη Γενεύη και της βοηθού του Σοφία Τοπάλη. Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι βοτανολογικές έρευνες στην Ανατολική Θεσσαλία ξεκίνησαν επιλεκτικά από το 1971 έως το 1976 από τους έλληνες βοτανολόγους Ε. Οικονομίδου (Όρος Πήλιο) Γ. Μαυρομάτη και Δ. Βολιώτη (Όρος Όσσα). Η πρώτη μονογραφή για το σύνολο της περιοχής πραγματοποιήθηκε από το 1972 έως το 1974 (δημοσιεύτηκε το 1979-1980) από τον Τ. Ράους, επιμελητή του Βοτανικού Κήπου και του Βοτανικού Μουσείου Ντάλεμ του Βερολίνου, σε συνεργασία με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή στην Κηφισιά, ο οποίος χαρτογράφησε και περιέγραψε τόσο τις φυσικές-δυνητικές ζώνες βλάστησης, οι οποίες καθορίζονται από το κλίμα, το υπόστρωμα και τη γεωμορφολογία όσο και τις πραγματικές ζώνες βλάστησης, οι οποίες εξαρτώνται από ιστορικούς και οικονομικούς παράγοντες αλλά και τη γενικότερη χρήση γης.
 
Η θερμομεσογειακή ζώνη βλάστησης περιορίζεται σε παράκτιες περιοχές του Παγασητικού Κόλπου και της Χερσονήσου της Μαγνησίας σε υψόμετρο κάτω των 100 μέτρων με σημαντικά είδη ανάμεσα στα άλλα τα Pistacia lentiscus - σχίνος, Euphorbia dendroides - γαλατσίδα και Prasium majus - φασσόχορτο.
 
Η ευμεσογειακή ζώνη βλάστησης καλύπτει το εσωτερικό τμήμα της χερσονήσου της Μαγνησίας και εκτείνεται κατά μήκος των ανατολικών ακτών στο Αιγαίο Πέλαγος μέχρι το Δέλτα του Πηνειού ποταμού έως το υψόμετρο των 500 περίπου μέτρων με κυρίαρχο είδος το Quercus ilex-αριά σε συνδυασμό με αειθαλείς θάμνους και αναρριχητικών φυτών όπως τα Laurus nobilis- δάφνη, Asparagus acutifolius- άγριο σπαράγγι και Rubia peregrina-ρουβιά. Εντοπίζονται μόνο απομεινάρια των παλιότερων σκληρόφυλλων δασών και κυρίως μακίες με είδη όπως of Erica arborea, Quercus coccifera και Phillyrea latifolia. Μετά την εκδήλωση πυρκαγιάς και εξαφάνισης της μακίας, συχνά ένας τύπος χαμηλής βλάστησης που περιλαμβάνει είδη όπως τα Cistus salviifolius, C. creticus, Erica manipuliflora, Thymbra capitata, Sarcopoterium spinosum, Anthyllis hermanniae, Genista acanthoclada, Lavandula stoechas, Satureja thymbra, Phlomis fruticosa καταλαμβάνει μεγάλες εκτάσεις ανάλογα με τον τύπο του εδάφους και του υποστρώματος.
 
Η υποζώνη της οστριάς και του γαύρου περιλαμβάνει ημιαειθαλή χαμηλά δάση και ψευδομακίες από Carpinus orientalis – ανατολικός γάυρος, Ostrya carpinifolia- οστριά, Fraxinus ornus - φράξος, Colutea arborescens, Hippocrepis emerus subsp. emeroides, Cotinus coggygria, Pistacia terebinthus-σχίνος, Juniperus oxycedrus and Quercus coccifera –πουρνάρι. Η ζώνη αυτή καλύπτει τις υπήνεμες πλαγιές και τους πρόποδες του Μαυροβουνίου και της Όσσας μέχρι το υψόμετρο των 600 περίπου μέτρων. Τα γηραιότερα δάση έχουν σχεδόν εξαφανιστεί και μόνο στην περιοχή της Σπηλιάς (Όσσα) εντοπίζονται ελάχιστες συστάδες παλαιών πουρναριών - Quercus coccifera.
 
Η ζώνη της μεσόφιλης και ψυχρόβιας βλάστησης (Fagus-Abies ζώνη με κυρίαρχα είδη την οξιά και την ελάτη) αποτελεί το οικολογικό και το φυτογεωγραφικό πλούτο της Ανατολικής Θεσσαλίας. Πυκνά δάση οξιάς καλύπτουν τα ψηλότερα τμήματα της Όσσας, του Μαυροβουνίου και του Πηλίου, ειδικότερα στις υγρές ανατολικές πλαγιές προς το Αιγαίο πέλαγος μεταξύ 500 και 1800 μέτρων ενώ στις υπήνεμες δυτικές πλαγιές έχουν αντικατασταθεί από τα περισσότερα ανθεκτικά στην ξηρασία δάση ελάτης (κυρίως στη δυτική πλαγιά της Όσσας και σπανιότερα στο Πήλιο). Στα παρθένα δάση οξιάς σε μεγάλα υψόμετρα στα οποία παρατηρείται συμπύκνωση νεφών ακόμα και κατά τους θερινούς μήνες, όπως π.χ. η περιοχή Αγριόλευκες στην κορυφή του Πηλίου, παρατηρούνται πολλά ευροσιβηρικά και αλπικά είδη, ώστε οι πρώτοι ξένοι βοτανολόγοι που επισκέφτηκαν την περιοχή να την ονομάσουν «Μικρή Σκανδιναβία».
 
Η εξωδασική (υποαλπική) ζώνη βλάστησης υψηλών ορέων περιορίζεται φυσικά στην κορυφή του όρους Όσσα και επεκτείνεται τα τελευταία χρόνια αρκετές εκατοντάδες μέτρα προς τους πρόποδες εξαιτίας της πίεσης που δέχονται τα δάση οξιάς και ελάτης από την υπερβόσκηση. Κυριαρχείται κυρίως από υποαλπικούς σχηματισμούς λιβαδιών πλούσια σε είδη όπως το Astragalus spp χασμοφυτικές φυτοκοινωνίες σε σχισμές γυμνών ασβεστολιθικών πετρωμάτων με χαρακτηριστικά είδη όπως τα Astragalus angustifolius, A. mayeri, A. thracicus subsp. parnassi, Centaurea ossaea, Galium degenii και άλλα.
 
Τέλος, η περιοχή της λίμνης Κάρλας που βρίσκεται στους δυτικούς πρόποδες του Μαυροβουνίου όπου συναντώνται η ευμεσογειακή και η υπομεσογειακή ζώνη αποτελεί μια από τις περιοχές με τις μεγαλύτερες προοπτικές οικοανάπτυξης (Χαμόγλου, 2014). Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 όταν η περιοχή μελετήθηκε από τον Δρ. Ράους (Ράους 1979a, 1979b, 1980) το λιμναίο οικοσύστημα είχε πλήρως αποξηρανθεί και μετατραπεί σε καλλιέργειες δημητριακών και κτηνοτροφικών φυτών, με συνέπεια την ταπείνωση του υπόγειου υδροφορέα και την περαιτέρω υφαλμύρωση του εδάφους. Οι προσπάθειες αποκατάστασης ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1980 με έμφαση στον περιβαλλοντικό ρόλο της λίμνης Κάρλα και του υγροτοπικού συστήματος της περιοχής γενικότερα. Η ανάγκη προστασίας και αειφόρου ανάπτυξης του καινούριο υγροτόπου της Κάρλας αποτελεί σημαντικό στοιχείο φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς. Η αποτελεσματικότητα της προσπάθειας αυτής βασίζεται και στις δράσεις περιβαλλοντικής ενημέρωση και ευαισθητοποίησης που αποτελούν έναν από τους κύριους άξονες ευθύνης του Φορέα Διαχείρισης Περιοχής Οικοανάπτυξης Κάρλας Μαυροβουνίου Κεφαλόβρυσου Βελεστίνου.


πηγή: naturahellas.blogspot.gr/
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου