Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

"Οι γαρδένιες"


"Οι γαρδένιες"/ Διήγημα του Αλέκου ΧατζηκώσταΔιήγημα του Αλέκου Χατζηκώστα
 
Είχε αδυναμίες στις γαρδένιες. Του άρεσε το άρωμά, το χρώμα, τα φύλλα τους. Και όσο περνούσαν τα χρόνια τα χαρακτηριστικά αυτά έπαιρναν μέσα του μυθικούς συμβολισμούς.
Την «αρρώστια» αυτή την είχε κολλήσει από τη μητέρα του. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του, ήταν τα αγαπημένα της λουλούδια στον κήπο του πατρικού σπιτιού. Είχε γίνει αγράμματος…γεωπόνος. Τις πρόσεχε λες και ήταν το τρίτο παιδί της. Είχε μάθει τα πάντα γι’ αυτές και τις ανάγκες τους, όλες τις εποχές του χρόνου. Και εκείνος ο χειμώνας ήταν σωστό μαρτύριο για τη προστασία τους.
Από μικρό στα ατελείωτα νυχτέρια, όπου η τηλεόραση δεν έπαιζε τον συνδετικό κρίκο της οικογένειας όπως τώρα και οι ιστορίες που διηγούνταν οι μεγαλύτεροι ήταν πηγή γνώσης, του έλεγε συχνά:
«Να ξέρεις ότι οι γαρδένιες είναι σαν τις σωστές γυναίκες. Θα πρέπει αν τις αγαπάς πραγματικά τότε να είσαι έτοιμος να τις ικανοποιήσεις όλες τις απαιτήσεις, να μάθεις με τον τρόπο σου τα μυστικά της κάθε μιας και τότε να είσαι σίγουρος ότι αυτή θα σου φερθεί σαν πραγματική κυρία».
Συχνά μάλιστα του επαναλάμβανε τις οδηγίες -που είχε διαβάσει για την καλλιέργεια της σε οικογενειακό περιοδικό της εποχής- για την διατήρηση της, κάτι σαν οδηγίες προς ναυτιλλόμενους σε περίπτωση που και αυτοί αργότερα στην οικογένεια τους θα ήθελαν να συνεχίσουν την παράδοση…
«Ο καλύτερος τρόπος για να έχετε μια γαρδένια προσαρμοσμένη στις συνθήκες του σπιτιού σας είναι να ξεκινήσετε με ένα μικρό φυτό. Όσο αυτό μεγαλώνει θα εγκλιματίζεται στο περιβάλλον του χώρου. Η γαρδένια απεχθάνεται τις μετακινήσεις! Αν θέλετε λοιπόν μια γαρδένια που να σας χαρίζει απλόχερα τα άνθη και το άρωμά της φροντίστε πρώτα να την βάλετε στο καταλληλότερο γι αυτή μέρος και μετά αφήστε την στην ησυχία της.» Σοφές μητρικές κουβέντες που σίγουρα είχαν την προέκτασή τους- όπως τότε πίστευε- και στην ζωή που θα έπρεπε μετά να χαράξει…
Φυσικά αγαπούσε και άλλα λουλούδια. Τα γαρύφαλλα σταθερά κόκκινου χρώματος αλλά και τα τριαντάφυλλα ιδίως αυτά που είχαν περίεργα χρώματα.
Τα ιπποτικά μυθιστορήματα τον ενθουσίαζαν επίσης από μικρό. Ιδιαίτερα τα όσα έγραφαν για τον «ιπποτικό τρόπο» που φέρονται στις βασίλισσες. Από αυτά εμπνεύστηκε άλλωστε τη συνήθεια να τις προσφέρει λουλούδια σε ξεχωριστές στιγμές τους.
Υπήρχε όμως και εκεί ιεραρχία. Το γαρύφαλλο κυρίως σε γυναίκες που αισθανόταν πνευματικά και κυρίως ιδεολογικά κοντά τους. Το τριαντάφυλλο στις όμορφες (κυρίως εξωτερικά γυναίκες) και σε στιγμές ευτυχίας και επιτυχιών τους. Τις γαρδένιες τις κρατούσε για το τέλος. Γι’ αυτές που πίστευε ότι ήταν πλασμένος για να ζήσει μαζί τους τον «απόλυτο έρωτα».
Η γνωριμία τους ήταν μια πραγματική αποκάλυψη γι’αυτόν. Εκείνη κόντευε στα τριάντα. Εκείνος είχε πατήσει τα τριανταπέντε και οι φίλοι του είχαν αρχίσει να τον φωνάζουν «γεροντοπαλίκαρο».
Ψηλή, με κατάλευκο απαλό δέρμα, πράσινα μάτια και ένα μεθυστικό άρωμα που ανέδυε το υπέροχο κορμί της. Όλα τα χαρακτηριστικά της αγαπημένης του γαρδένιας θα σκεφτόταν αργότερα.
Και η γλώσσα της αντάξια του μυαλού της που τον αφόπλιζε κάθε φορά που άνοιγε συζήτηση μαζί της. Τέλειωνε το διδακτορικό της και ήταν αποφασισμένη να ακολουθήσει πανεπιστημιακή καριέρα όπως του έλεγε.
Η πολιορκία από μέρους του συνεχής αλλά και διακριτική. Καφές, γεύματα, δικοί του στίχοι, αλλά και λουλούδια. Άφθονα λουλούδια. Και δειλά, δειλά, λες και ήταν μαθητούδι και γαρδένιες. Ένοιωθε να γνωρίζει τα θέλω και τα πρέπει της. Φρόντιζε να είναι κοντά της όταν τον χρειαζόταν. Τις έλεγε συχνά και ας τον μάλωνε: «Είσαι το 50% της ζωής μου. Η ευτυχία σου είναι και δική μου, μην το ξεχνάς»
Μπορεί να είχε φύγει από το πατρικό σπίτι, όμως οι γαρδένιες ήταν εκεί, να τις κόβει κρυφά, ώστε να μην πάρει είδηση η μητέρα του και του κάνει παρατήρηση. «Ήταν σαν να έκοβε ένα κομμάτι από την καρδιά της» του έλεγε συχνά και αυτός έσκυβε το κεφάλι και σαν τον κλέφτη που τον έπιασαν στα πράσα της υποσχόταν ότι δεν θα το ξανακάνει.
Συχνά εκείνη του έλεγε ότι ήταν σαν τα μικρά παιδιά, ότι ήταν εκτός κλίματος εποχής, με τις κινήσεις του αυτές. Πως οι γυναίκες σήμερα έχουν άλλες απαιτήσεις. Αυτός όμως περίμενε…
Ένας χρόνος κράτησε το ερωτικό αυτό γαϊτανάκι τουλάχιστον από μέρους του. Έτρεμε κάθε φορά που τη συναντούσε. Του έφτανε-παρά την ηλικία του- ένα της βλέμμα, ένα χάδι της και ένα πεταχτό φιλί της. Και αυτή πάντα με τη σκέψη στην καριέρα της που την περίμενε λαμπρή στην πρωτεύουσα.
Οι δρόμοι τους χωρίσανε, άλλωστε οι ζωές τους ποτέ στην ουσία δεν πορεύτηκαν μαζί. Το όνειρο της, όπως έμαθε αργότερα από φίλους του, έγινε τελικά πραγματικότητα. Παντρεύτηκε και με ένα συνάδελφο της, χωρίς όμως να αποκτήσει παιδιά. 
Αυτός αφού μπόρεσε να σταθεί επαγγελματικά απέκτησε οικογένεια, και δύο παιδιά. Και το μπαλκόνι του σπιτιού του το είχε γεμίσει με γλάστρες. Ξεχώριζαν αυτές με τις γαρδένιες. Τις φρόντισε συνέχεια και ήταν σαν να τις μιλούσε συχνά για την αγάπη που πέρασε (;) και έμεινε ανεκπλήρωτη.
Είχε να την δει πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Ο χρόνος, έτσι τουλάχιστον του φάνηκε, ήταν σαν να μην είχε περάσει από πάνω της. Ίδια σιλουέτα, ίδιο βλέμμα, ίδιο άρωμα. Είχε γυρίσει στη γενέθλια γη για να θάψει την μητέρα της. Κάτι που ο ίδιος είχε κάνει λίγα χρόνια πριν με τον πατέρα του.
Το βλέμμα της δεν είχε αλλάξει. Τα πράσινα μάτια της έλαμψαν μόλις τον είδε (ή έτσι του φάνηκε;). Η φωνή της του φάνηκε λίγο βαριά. «Άρχισα το τσιγάρο» δικαιολογήθηκε. «Υπάρχει άγχος και ανταγωνισμός στη δουλειά μου, όσο και αν σου φαίνεται υπερβολικό». Και συνέχισε παιχνιδιάρικα: «Δεν άλλαξες καθόλου» του είπε, αγκαλιάζοντας τον. «Μόνο πρόσεχε τα κιλά σου. Στην ηλικία σου τα εμφράγματα και τα εγκεφαλικά θερίζουν» τον πείραξε. Περπάτησαν στον κεντρικό δρόμο μαζί, χαιρετώντας γνωστούς και φίλους. Όπως τότε, τα χρόνια εκείνα που πολλοί τους θεωρούσαν «ταιριαστό ζευγάρι».
Χωρίς αναστολές δέχτηκε την πρόταση της να πάνε για ένα κρασί στην αγαπημένη τους ταβέρνα, όπως τότε «για να θυμηθούνε τα παλιά».
Φεύγοντας από το σπίτι του, διάλεξε την καλύτερη. Την έβαλε στο τσαντάκι του και με ένα πλατύ χαμόγελο, εξοπλισμένος με την δύναμη (;) των 50 και χρόνων ζωής του την περίμενε έξω από την ταβέρνα. Το αφεντικό, που την είχε κρατήσει μέσα στην κρίση, «με νύχια και με δόντια» όπως είπε, τους υποδέχτηκε με ένα πλατύ χαμόγελο. Πού το θυμήθηκε ο αθεόφοβος το τραπέζι που συνήθως κάθονταν και συζητούσαν, τότε με τις ώρες, ένα μυστήριο. Αλλά και τα γαστριμαργικά τους γούστα φαίνεται πως δεν είχαν αλλάξει με τα χρόνια. Η ώρα κυλούσε γεμάτη αναμνήσεις, αλλά και πινελιές για τα χρόνια που είχαν χαθεί.
Εκτίμησε ότι είχε έρθει η ώρα. Άνοιξε το τσαντάκι και της πρόσφερε τη γαρδένια που είχε φέρει. Τον κοίταξε περίεργα. Φοβήθηκε τις αντιδράσεις της. Με τη σειρά της άνοιξε τη δική της, που του είχε κάνει εντύπωση το μέγεθος της, από την πρώτη στιγμή.
Από μέσα έβγαλε ένα μεγάλο ντοσιέ- ανθολόγιο- που λέγαμε στα μαθητικά μας χρόνια. Το άνοιξε: Μέσα είχε τα ποιήματα του και ξεραμένες τις γαρδένιες που τις είχε προσφέρει τον καιρό εκείνο. Δάκρυσε. Του έπιασε το χέρι και τον φίλησε τρυφερά στα χείλη. «Ήσουν και είσαι η αγάπη μου» του είπε.



πηγή: http://www.alli-apopsi.gr/ 

*πρώτη δημοσίευση έντυπη ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου