
Συνολικά την τελευταία δεκαετία αναδιαρθρώθηκαν 50.728,84 στρέμματα, δηλαδή 5.000 στρέμματα περίπου κατ’ έτος και εάν συνυπολογισθούν οι νέες φυτεύσεις βάσει των Αδειών Φύτευσης (6.500 στρέμματα / έτος), ο ελληνικός αμπελώνας ανανεώνει το ποικιλιακό του δυναμικό με ρυθμό 2% κατ’ έτος.
Πρωταθλήτρια ποικιλία στις προτιμήσεις των αμπελουργών αναδεικνύεται ο παραγωγικός Ροδίτης με 11.420,33 στρέμματα και ποσοστό 22,51% και μακράν ακολουθεί το Σαββατιανό με 3.467,03 στρέμματα και ποσοστό 6,83%.
Οι δέκα πρώτες ποικιλίες που αναδιαρθρώθηκαν φυτεύθηκαν σε 35.653,96 στρέμματα, δηλαδή σε ποσοστό 70,28% ενώ αντίστοιχα οι 20 πρώτες φυτεύθηκαν σε 44.549,81 στρέμματα σε ποσοστό 87,02% αντίστοιχα, γεγονός που σηματοδοτεί ότι σ’ αυτές τις ποικιλίες επικεντρώνεται το ενδιαφέρον των παραγωγών.
Πρωταθλήτρια στις ερυθρές ποικιλίες αναδεικνύεται το Cabernet Sauvignon (4η) με 3.034,76 στρέμματα και ποσοστό 5,98%, ποικιλία διεθνής που μαζί με το Merlot (5η), το Syrah (7η), το Sauvignon Blanc (9η), φυτεύθηκαν σε 10.990,32 στρέμματα και σε ποσοστό 30,83%, όσον αφορά την πρώτη δεκάδα. Το Chardonnay (12η) λευκή ξενική ποικιλία αναδιαρθρώθηκε σε 1.509,31 στρέμματα με ποσοστό 2,98%.
Οι ξενικές ποικιλίες στο σύνολό τους φυτεύθηκαν σε 14.030,2 στρέμματα με ποσοστό 27,66%, διαψεύδοντας εν μέρει την εικόνα που είχε σχηματισθεί ότι οι Έλληνες παραγωγοί είναι πλήρως προσανατολισμένοι στις γηγενείς ποικιλίες και στη δυναμική τους.
Εντύπωση προκαλεί η χαμηλή δυναμική αναδιάρθρωσης των δυο βασικών ερυθρών ελληνικών ποικιλιών, αφού το Αγιωργήτικο (10η) αναδιαρθρώθηκε σε 1.624,54 στρέμματα (3,20%) και το Ξυνόμαυρο σε 1.267,35 στρέμματα (2,50%).
Αντίθετα προφανής είναι η προτίμηση των παραγωγών στο Ασύρτικο (3η) με 3.034,76 στρέμματα (5,98%) στην Μαλαγουζιά (6η) με 2.783,73 στρέμματα (5,49%) και στο Μοσχοφίλερο (8η) με 2.333,35 στρέμματα (4,60%).
Στην κατάταξη των 20 πρώτων ποικιλιών (87,02% του συνόλου) σε έκταση αναδιαρθρώθηκαν 29.664,98 στρέμματα με λευκές ποικιλίες και ποσοστό 67,15% και 14.575,78 στρέμματα με ερυθρές ποικιλίες και ποσοστό 32,85%, αντικατοπτρίζοντας περίπου και το γενικό ποσοστό σύνθεσης του ελληνικού αμπελώνα σε λευκές και ερυθρές ποικιλίες.
Οι υπόλοιπες ποικιλίες μετά τις πρώτες είκοσι αναδιαρθρώθηκαν σε έκταση κάτω των 400 στρεμμάτων η κάθε μία την προηγούμενη δεκαετία και σε ποσοστά κατώτερα του 0,80%, γεγονός που σημαίνει ότι η τάση για αναδιάρθρωση με «αναδυόμενες» ή «ξεχασμένες» ποικιλίες δεν είναι ισχυρή.

πηγή: http://www.keosoe.gr/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου