Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

«Εις μνήμην των σφαγιασθέντων νηπίων φυτών»

 
 
 
Θανάσης Νάστας Μια φορά και έναν καιρό με ομόφωνη σχεδόν απόφαση το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Τρικκαίων ενέκρινε μελέτη για την ανάπλαση του τριτοκοσμικού αύλειου χώρου του 1ου γυμνασίου και του 1ου Λυκείου Τρικάλων.
Επί δημαρχίας Μιχάλη Ταμήλου και σε εκτέλεση απόφασης της Σχολικής Επιτροπής, διότι ο δήμος για οικονομικούς λόγους αδυνατούσε να υλοποιήσει το έργο, ο διευθυντής του σχολείου σε εφαρμογή μέρους της μελέτης προχώρησε εν γνώσει του κ. Ταμήλου το Σεπτέμβριο του 2010 σε προετοιμασία του χώρου. Το Μάιο του 2011 επί δημοτικής αρχής Λάππα Δημητρίου φυτεύτηκαν 130 νήπια φυτά, που ήταν δωρεά των αδελφών Δημήτρη και Μιχάλη Σαράντη.
Η παρουσία τους φάνταζε σαν χαμόγελο στον κρανίου τόπο, που προς όνειδος της εκπαιδευτικής κοινότητας και της δημοτικής αρχής ονομαζόταν και ονομάζεται αυλή σχολείου, που διαπαιδαγωγεί, υποτίθεται, τους μαθητές ως προς την ποιοτική λειτουργία και στην αισθητική του δημόσιου χώρου.
Ο Τάσος ο φύλακας και ο Τάσος ο επιστάτης τα φρόντιζαν σαν μωρά. Τα πότιζαν, τα προστάτευαν από αέρηδες και μοχθηρούς κακότροπους ενήλικες, που φορώντας τις κουκούλες της νύχτας τα τραυμάτιζαν ή και τα δολοφονούσαν. Κατά τη διάρκεια του θέρους του 2011 από τα 130 νήπια δενδράκια δολοφονήθηκαν τα 12. Τα ξερίζωσαν αδίστακτα «προοδευτικοί πολίτες». Τα σωματάκια τους, αν και κείτονταν άψυχα πάνω στην άσφαλτο την καυτή, τη δρόσιζαν. Τα 10 στρέμματα της ασφάλτου εξάτμισαν τη δροσιά της νιότης. Τα υπόλοιπα 15 στρέμματα, στα οποία ευδοκιμούν αγκάθια και τριβόλια τους περισσότερους μήνες με δέος παρακολουθούσαν τη νηπιοθυσία. Και όλα αυτά προς δόξαν της περιβαλλοντικής ευαισθησίας των περιπατητών συμπολιτών, των αρμοδίων εκπαιδευτικών και των δημοτικών αρχών διαχρονικώς, που καταδέχονταν μια αυλή σχολείου να μην έχει ζωή αλλά μόνο άσφαλτο, τσιμέντο και τριβόλια.
Ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη του 2011 κυκλοφόρησε το θλιβερό μαντάτο και για τα υπόλοιπα 118 νηπιόφυτα. Σιγοψιθυριζόταν με αποτροπιασμό πως ο νέος αρχιστράτηγος της δημοτικής αρχής, έχοντας παιδιόθεν τεκμηριωμένη άποψη ότι οι αυλές των σχολείων πρέπει να είναι μια αλάνα, σχεδίαζε να τα σφαγιάσει την επόμενη ημέρα, αφού πρώτα εκφωνούσε λόγο με θέμα «η επίδραση των φυτών στη ζωή μας». Τα νηπιόφυτα άρχισαν να θρηνούν.

Δύο παρακείμενες γέρικες πανύψηλες λεύκες με το θρόισμα των φύλλων τους τα παρηγορούσαν, τα μοιρολογούσαν, ίσως και να έψαλλαν το «Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν». Δύο χελωνάκια, που πίναν από το νερό των νηπιόφυτων και αναπαύονταν στον ίσκιο τους, εξέλαβαν το θρόισμα ως εξόδιο ακολουθία και σταυροφίλησαν δακρυρροώντας όλα τα νηπιόφυτα. Τα πουλάκια της περιοχής άφησαν τις φωλιές τους και προσέτρεξαν να ξενυχτήσουν τα νηπιόφυτα με τις μελωδίες τους. Το φεγγάρι συγκινημένο συνέπασχε, σταμάτησε το ταξίδι του και σαν κρεμασμένο καντήλι έμεινε όλη νύχτα από πάνω τους. Εκατοντάδες πυγολαμπίδες φώτιζαν, όπως τα κεριά στα μανουάλια.
Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, μα ο ήλιος δε θέλησε να μολύνει τα μάτια του με το φονικό. Τυλίχτηκε στα σύννεφα, όπως το συνηθίζει να κάνει κάθε Μεγάλη Παρασκευή. Θλιβερή διαφωνία αποτελούσαν η άσφαλτος και το τσιμέντο της αυλής. Χαίρονταν, διότι θα άπλωναν τα πλοκάμια τους στο χώρο των νηπιόφυτων. Αγάλλονταν και κάποιοι εκπαιδευτικοί (;) των δύο σχολείων, διότι εισακούστηκαν οι νηπιοφυτοκτόνες κραυγές τους «πάραυτα-πάραυτα εκρίζωσον αυτά». Ενδεχομένως οι μακάριοι να εφάρμοζαν στα σχολεία τους επί χρόνια ή και να εφαρμόζουν ακόμη προγράμματα περιβαλλοντικής αγωγής!
Οι μαθητές σιγά-σιγά γέμισαν την αυλή. Διαπίστωσαν τη θλίψη των νηπιόφυτων, καθώς τα είδαν να γέρνουν τα κεφαλάκια του περίλυπα. Είδαν την ασυνήθιστη κίνηση πουλιών, ζωυφίων και ερπετών μα δεν έδωσαν σημασία. Είχαν τις δικές τους σκοτούρες για άλγεβρα, φυσική και συντακτικό. Προσήλθαν και οι διδάσκοντες. Ένας απ’ αυτούς πλησίασε τα νηπιόφυτα και έμαθε για τον επικείμενο ξολοθρεμό. «ἔνιψε τάς χεῖρας» του και πήγε να ετοιμάσει την προγραμματισμένη προβολή CD με θέμα « Τα φυτά είναι η ζωή μας»!
Ο μαθητόκοσμος μπήκε στις αίθουσες διδασκαλίας, στη αυλή εκκωφαντική σιωπή, που εγκυμονούσε θάνατο. Και να, καταφθάνουν τα αρματωμένα στίφη του αρχιστρατήγου. Τα όπλα τους ξερνούσαν θάνατο. Ηρωικά μα και μάταια πουλιά, ερπετά και ζωύφια έπλεξαν τείχη προστασίας. Η παρακείμενη γέρικη λεύκα έριξε όλα τα φύλλα της, για να τους εμποδίσει να βλέπουν. Εφόρμησαν, αποκεφάλισαν, κατακρεούργησαν και 60 τα πιο θαλερά τα πήραν μαζί τους αιχμάλωτα.
Από τις κραυγές των νηπιόφυτων και το απαίσιο κροτάλισμα των όπλων θορυβήθηκαν διδάσκοντες και διδασκόμενοι. Βγήκαν στα παράθυρα των αιθουσών και παρακολουθούσαν απαθείς το έγκλημα! Μόνο στα μάγουλα κάποιων παιδιών, που δεν είχαν αλλοτριωθεί από τα προγράμματα περιβαλλοντικής αγωγής, κύλησαν αργά ολοστρόγγυλα καυτά δάκρυα. Μα δε τόλμησαν να πουν τίποτα. Έπνιξαν τη διαμαρτυρία τους από το φόβο των «Ιουδαίων».

Στη συνέχεια αφαιρέθηκε το χώμα, έριξαν στο σκάμμα τα άψυχα κορμάκια των νηπιόφυτων, πρόσθεσαν αμμοχάλικο και τοποθετήθηκε ως ταφόπλακα άσφαλτος. Έτσι γίνεται ανά τους αιώνες. Τα εγκλήματα πρέπει να σκεπάζονται, τίποτε δεν πρέπει να θυμίζει ότι υπήρχε ζωή. Η φύση όμως έχει άλλα έθιμα. Τη νύχτα ένα σαλιγκάρι σύρθηκε επιμελώς και καλλιγράφησε ανεξίτηλα πάνω στην ασφαλτόπλακα: « ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ Η ΖΩΗ».
Λένε πως, όπου γίνεται φονικό, το αίμα που ποτίζει το χώμα τη νύχτα αποκτά ανθρώπινη φωνή και βαρυγκωμά κατά των φονιάδων. Πέρασα ένα βράδυ και πράγματι άκουσα τα πικρόλογά τους. Επειδή με αυτά τα νηπιόφυτα είχα αποκτήσει φιλική σχέση, είπα στο αίμα τους: Συγχωρέστε τους, «οὐ γὰρ οἴδασιν τί ποιοῦσιν», «ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία αὐτῶν», διότι, όπως λέει και ο ψαλμωδός», «μεμαλάκισται (χαλάρωσε-συσκοτίστηκε) ἡ διάνοια αὐτῶν».
Αυτά έγραψα δίκην συναξαρίου εις μνήμην των νηπιόφυτων των αδίκω θανάτω τελειωθέντων μηνί Σεπτεμβρίω εν έτει δισχιλίω και ενδεκάτω. Αιωνία τους η μνήμη και ο Θεός να μας σώζει από τη φροντίδα του φύλακα του πρασίνου της πόλης και των περιχώρων.
 
 
 
Αθανασιος Νάστας
Πρώην Διευθυντής 1ου ΓΕ.Λ. Τρικάλων
 
 
 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου